Η λεϊσμανίαση είναι παρασιτική νόσος (ή καλύτερα ομάδα νοσημάτων) που οφείλεται σε ενδοκυτταρικά πρωτόζωα του γένους Leishmania (οικογένεια Trypanosomatidae). Είναι ασθένεια των θηλαστικών. Η λοίμωξη των σκύλων προκαλείται από την L.infantum-γνωστή και ως L.chagasi).

Η μετάδοση της λεϊσμανίασης γίνεται, συνήθως, με το νύγμα μολυσμένων θηλυκών φλεβοτόμων σκνιπών, των γενών Phlebotomus (σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική) και Lutzomyia (σε Αμερική). Ανάλογα με το είδος του παρασίτου και τη γεωγραφική περιοχή, η μετάδοση του παρασίτου στη φύση μπορεί να είναι:

  • ζωονοτική, όπου τα βασικά υποδόχα-δεξαμενές (reservoir) είναι ζώα (ο κύκλος μετάδοσης του παρασίτου στη φύση διατηρείται μεταξύ φλεβοτόμων και ζώων, συνήθως σκύλων ή τρωκτικών, και ο άνθρωπος είναι τυχαίος ξενιστής) ή

  • ανθρωπονοτική, όπου τα βασικά υποδόχα είναι άνθρωποι (οι φλεβοτόμοι μεταδίδουν τα παράσιτα μεταξύ ανθρώπων).

Το θηλυκό μολυσμένο έντομο μεταδίδει τα μολυσματικά στάδια του παρασίτου (προμαστιγωτά), κατά τη διάρκεια απομύζησης αίματος, στο θηλαστικό ξενιστή, όπου τα προμαστιγωτά φαγοκυττώνονται από μακροφάγα και μετατρέπονται σε αμαστιγωτά, που πολλαπλασιάζονται σε διάφορους ιστούς. Η σκνίπα προσλαμβάνει τα αμαστιγωτά, όταν απομυζεί αίμα από ένα μολυσμένο άνθρωπο ή ζώο, και μολύνεται. Εντός 4-25 ημερών, τα αμαστιγωτά μετατρέπονται σε προμαστιγωτά στο έντερο της σκνίπας και μετακινούνται στην προβοσκίδα, από όπου περνάνε στο επόμενο θηλαστικό (άνθρωπο ή ζώο) και ο κύκλος μετάδοσης ολοκληρώνεται.

Περίπου 70 είδη ζώων έχουν βρεθεί να είναι υποδόχα των παρασίτων Leishmania. Τα ζώα-υποδόχα του παρασίτου περιλαμβάνουν τρωκτικά (L.major, L.amazonensis, L.mexicana, L.braziliensis), μαρσιποφόρα (L.amazonensis, L.mexicana, L.braziliensis), αρμαδίλους, βραδύποδες, πιθήκους (L.braziliensis) και σαρκοφάγα, κυρίως σκύλους και άγρια κυνοειδή (L.infantum).

Υπάρχουν περίπου 1.000 γνωστά είδη φλεβοτόμων, αλλά λιγότερα από 50 μεταδίδουν τη λεϊσμανίαση. Συγκεκριμένα είδη παρασίτου μεταδίδονται από συγκεκριμένα είδη φλεβοτόμων. Σχεδόν όλες οι φλεβοτόμοι φέρουν ανιχνευτές διοξειδίου του άνθρακα καθώς και θερμικούς ανιχνευτές με τους οποίους εντοπίζουν τα ζώα που θα τις τροφοδοτήσουν με αίμα για τα αυγά τους. Αυτή είναι η αιτία που με τους θερμικούς ανιχνευτές εντοπίζουν ζώα, αλλά έλκονται από αυτά με υψηλή θερμοκρασία σώματος, και ακριβώς αυτό είναι ένας σημαντικός λόγος που η μετάδοση στον άνθρωπο δεν είναι μεγάλη. Οι σκνίπες προτιμούν ζώα, με θερμοκρασία μεγαλύτερη από το 36,6 του ανθρωπινού σώματος, όπως είναι ο σκύλος οι κότες και διάφορα άλλα ζώα. Γίνεται εμφανές ότι ορισμένα ζώα γίνονται ασπίδα για τον άνθρωπο διότι οι σκνίπες τα προτιμούν. Εν τω μεταξύ, μελέτες έχουν δείξει ότι οι κότες και οι μελεαγρίδες διαθέτουν ένα ένζυμο στο αίμα, το οποίο την στιγμή κατά την οποία η σκνίπα ρουφά αίμα από τα πουλιά αυτά καταστρέφει το πρωτόζωο μέσα σε αυτήν.

Οι σκνίπες ανευρίσκονται σε τροπικές και εύκρατες περιοχές του κόσμου. Σε αντίθεση με τα κουνούπια δεν εναποθέτουν τα αβγά τους σε στάσιμα νερά, αλλά σε σκιερές εστίες πλούσιες σε οργανική ύλη και υγρασία, όπως π.χ. σωρούς φύλλων και κοπριάς, φλοιούς και κουφάλες δέντρων, φωλιές τρωκτικών, φράκτες, ερειπωμένα κτίσματα, πετρόχτιστους τοίχους και μάντρες, τοιχώματα πηγαδιών, καταλύματα ζώων, οικιακά απορρίμματα. Παρουσιάζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του απογεύματος και της νύχτας, ωστόσο τσιμπάνε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, εάν ενοχληθούν. Στην αναζήτησή τους για αίμα, μπορεί να καλύψουν απόσταση αρκετών εκατοντάδων μέτρων γύρω από το ενδιαίτημά τους.

Στην Ελλάδα κάθε χρόνο μολύνονται πολλά άγρια ζώα (αλεπού, λύκος, τσακάλι, τρωκτικά) καθώς η θερμοκρασία είναι αυξημένη για πολλούς μήνες τον χρόνο, οπότε η σκνίπα έχει τον χρόνο να μεταδίδει το πρωτόζωο για ευρύτερο χρονικό διάστημα. Όμως, φαίνεται ότι τα άγρια ζώα αντέχουν και αρκετά από αυτά δεν νοσούν, διότι η άμυνα του οργανισμού τους είναι συνυφασμένη στενά με την τροφή την οποία καταναλώνουν.

Υπάρχουν συγκεκριμένες τροφές οι οποίες εγείρουν το αμυντικό σύστημα, ο δε συνδυασμός τους έχει αποδειχτεί ότι αφυπνίζει μια σειρά ειδικευμένων φαγοκυττάρων, τα οποία καταστρέφουν και τρώνε το εισερχόμενο πρωτόζωο Infantum, καθώς επίσης διορθώνουν την ανοσοπαθολογικη διαταραχή που προκαλείται από την ασθένεια.

Η κυτταρική ανοσία λοιπόν φαίνεται να είναι ικανή να δώσει την λύση στο πρόβλημα της λεϊσμανίασης

Τo LEIS IMMUNE είναι ένα μοναδικό προϊόν με βότανα σε υψηλή συμπύκνωση, με εξαιρετικά αποτελεσματική συνέργεια, απόλυτα αβλαβές για τον σκύλο. Είναι η ισχυρότερη θεραπεία για λεϊσμανίαση χωρίς παρενέργειες και η μονή που μπορεί να χορηγηθεί με πολλά φάρμακα μαζί.

Οι δοκιμές που έγιναν σε ένα ευρύτατο δείγμα 250 σκύλων από όλες τις ράτσες έδειξε επιτυχή αποτελέσματα στο 95% των περιπτώσεων. Εάν δε συνδυαστεί με φάρμακο για σκύλους για καταστολή του αμυντικού συστήματος τότε το αποτέλεσμα είναι πραγματικά απίστευτο.