Έτσι η μέθοδος για να διατηρηθούμε περισσότερο χρόνο υγιείς και νέοι είναι:

  • Πρέπει να γνωρίζουμε τη γενετική προδιάθεση του ενδιαφερόμενου (η οποία γίνεται με δύο τρόπους: α) Με εξέταση DNA, β) Με μία σειρά από εξετάσεις αίματος και ούρων)
  • Πρέπει να γνωρίζουμε το τρόπο ζωής του ενδιαφερόμενου (κάποια ατυχήματα ή κάποιες ουσίες στις οποίες έχει εκτεθεί, όπως φυτοφάρμακα ή άλλα χημικά). Επίσης πολύ σημαντικός παράγοντας ασθενειών είναι και η έκθεση σε ακτινοβολίες.

Εφόσον μάθουμε τα παραπάνω πρέπει να επισκεφτούμε έναν ειδικό ο οποίος θα μπορέσει να τα συνδυάσει με επιτυχία.

Όσον αφορά την αυξητική ορμόνη, υπάρχουν θεωρίες ότι η αυξητική ορμόνη προστατεύει από τη γήρανση.

Η πραγματικότητα είναι ότι:

  1. Μπορεί να αυξήσει πολύ τη μυϊκή μάζα σε συνδυασμό με στεροειδή.
  2. Μπορεί να γιατρέψει θλάσεις και χρόνιες τενοντίτιδες.
  3. Μπορεί να δημιουργήσει υψηλή πίεση και καρδιακά προβλήματα, πονοκέφαλο, προβλήματα στο θυρεοειδή, αθρίτιδα και πόνους στις αρθρώσεις, πρήξιμο ποδιών, βραχιόνων και χεριών, διαβήτη, και τέλος, σύνδρομα καρπιαίου σωλήνα.

Εάν λοιπόν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε την αυξητική ορμόνη για αντιγήρανση είναι αναγκαία η παρακολούθηση ειδικού. Επίσης, πρέπει να αναφέρουμε ότι τα προβλήματα μπορεί, σπανίως, να εμφανιστούν πολλά χρόνια αφού την έχουμε σταματήσει.

IGF-1

Η Ινσουλίνη Αυξητικός Παράγοντας 1 (IGF-1) είναι μια ορμόνη (πρωτεϊνούχο πολυπεπτίδιο) παρόμοια προς την μοριακή δομή με την ινσουλίνη. Παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη κατά την παιδική ηλικία και συνεχίζει να έχει αναβολικές επιδράσεις και στους ενήλικες.

Η IGF-1 αποτελείται από 70 αμινοξέα και παράγεται κυρίως στο συκώτι. Η παραγωγή της αυξάνεται με mRNA. Επίσης, η IGF-1 σχετίζεται στενά με μια δεύτερη πρωτεΐνη που ονομάζεται IGF-2. Η αποτελεσμάτικότητά της μέχρι στιγμής είναι μέτρια.

Η απευθείας χρήση IGF-1 έχει αρκετές παρενέργειες, ενώ, αντιθέτως, χορηγώντας mRNA δεν έχουμε παρενέργειες και τα θετικά αποτελέσματα είναι πολλά. Η IGF-1 παράγεται σε όλη τη ζωή. Τα υψηλότερα ποσοστά του IGF-1 εμφανίζονται κατά την εφηβεία, ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά στην παιδική ηλικία και το γήρας.